αδέλφι

αδέλφι
και αδέρφι, το (Α ἀδέλφιον) [ἀδελφός]
αδελφός ή αδελφή
νεοελλ.
1. το ένα από δύο όμοια πράγματα, που μαζί αποτελούν ζεύγος
2. όμοιος, ταίρι
3. αγαπητός, αχώριστος φίλος
4. φύλλο που φύεται μαζί με άλλο από το ίδιο στέλεχος
5. ο πλακούντας τού εμβρύου που πέφτει μετά τον τοκετό, το ύστερο
6. ο ομφάλιος λώρος.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • Alonissos — Gemeinde Alonnisos Δήμος Αλοννήσου (Αλόννησος) DEC …   Deutsch Wikipedia

  • Alonnisos — Gemeinde Alonnisos Δήμος Αλοννήσου (Αλόννησος) …   Deutsch Wikipedia

  • Nördliche Sporaden — (Βόρειες Σποράδες) Lage der Inseln Gewässer Ägäisches Meer …   Deutsch Wikipedia

  • αδέλφιον — ἀδέλφιον, το (Α) [ἀδελφός] αδελφός, αδέλφι* …   Dictionary of Greek

  • αδελφίνι — και αδερφίνι, το [αδελφίνα] αδελφός, αδέλφι* …   Dictionary of Greek

  • τηθαλλαδούς — και τηθαλλωδοῡς και τηθελαδοῡς, ὁ, Α 1. αναθρεμμένος με τα χάδια τής γιαγιάς του, παραχαϊδεμένος, μαμμόθρεφτος («ὀκνεῑς λαλεῑν; οὕτω σφόδρ εἶ τηθαλλαδοῡς;», Κωμ. Αδέσπ.) 2. (κατά τον Ησύχ.) «τηθαλλαδοῡς ἤ τηθαλλωδοῡς, ὁ γυναικοτραφής ἄλλοι δὲ τὸν …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”